Μια από τις σημαντικότερες εργασιακές εμπειρίες ήταν αυτή που απέκτησα κατά τα δύο χρόνια που εργάστηκα ως ψυχολόγος στα κρατητήρια ανηλίκων στην Αμυγδαλέζα.

Η πλειοψηφία των παιδιών που συνάντησα και δούλεψα μαζί τους στο πλαίσιο αυτό ήταν από το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, την Αλγερία, το Μαρόκο και σε μικρότερο ποσοστό από τη Συρία, το Ιράκ, την Τουρκία, το Ιράν, τη Σομαλία, τη Γουινέα, το Κονγκό, την Αίγυπτο και την Ερυθραία.

Μπορεί κανείς να πει πολλά για τους λόγους που αυτά τα παιδιά έφυγαν από τις χώρες και τις οικογένειές τους, για τους λόγους που συνελήφθησαν, για το νομικό πλαίσιο, για τις γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Επιλέγω να εστιάσω αλλού.

Τα κρατητήρια είναι ένας χώρος ιδιαίτερος. Είναι ένας χώρος στενός, κλειστός, σκοτεινός. Ένας χώρος πολύ περιορισμένος. Δε βλέπεις έξω. Η ματιά σου δε μπορεί να φτάσει μακριά. Είναι και αυτή περιορισμένη σε αυτά τα μικρά κελιά. Τοίχοι βρώμικοι, με ζωγραφιές, με λέξεις οι περισσότερες ακατανόητες, ξένες, από ανθρώπους ξένους. Ήχοι από το δρόμο δεν ακούγονται. Συνηθίζει το αυτί σου σε ανθρώπινους ήχους, ξένες γλώσσες, ξένες προφορές. Φωνές και κλάματα ξένα… ξένα και τόσο οικεία ταυτόχρονα. Και η μυρωδιά… Εδώ μέσα δε μπορείς να μυρίσεις τη βροχή, το χώμα, το καυσαέριο, τα λουλούδια, ένα φαγητό ή ένα άρωμα. Μυρωδιά ξένη. Ξένα σώματα από μακριά που συναντήθηκαν σε αυτό εδώ το μέρος. Χέρια που ακούμπησαν στους τοίχους, μάτια που ψάχνουν σε αυτούς παρηγοριά… Ψυχές που ζωγράφισαν όνειρα, συναισθήματα και σκέψεις…

Η φυλακή είναι το εδώ και τώρα της ζωής των παιδιών αλλά και της δουλειάς μαζί τους. Τι είναι η φυλακή; Ο σκοπός της φυλάκισης είναι τιμωρητικός. Δεν υπάρχει φυλακή που να είναι «φιλόξενη» και ας έχει το όνομα του «κέντρου φιλοξενίας». Σκοπός της τιμωρίας είναι «η προστασία του κοινωνικού συνόλου και η αποτροπή των άλλων πολιτών από το έγκλημα, μέσω του εκφοβισμού» (Τσαλίκογλου, Φ., 2011). Τα παιδιά, όμως, πολύ συχνά ρωτάνε: «εγώ όχι κλέψει, όχι κακό παιδί, όχι σκοτώσει. Γιατί εγώ φυλακή;».

Στη φυλακή το άτομο πλήττεται στο ύψιστο αγαθό και δικαίωμά του, αυτό της ελευθερίας. Τα άτομα απομονώνονται και η ζωή τους βρίσκεται στον απόλυτο έλεγχο της αστυνομίας. Στα κρατητήρια η αστυνομία ορίζει για τα παιδιά το πότε θα κοιμηθούν, πότε και τι θα φάνε, πότε θα ξυπνήσουν, πότε θα δουν τον ήλιο, πότε θα ανάψουν τσιγάρο, πότε θα πάνε τουαλέτα και πότε θα πλυθούν. Οι κρατούμενοι λοιπόν μοιάζει να μην έχουν κανέναν έλεγχο και επιλογή, ούτε και όσον αφορά στην ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών.

Η υποτίμηση, ο εκφοβισμός, η λεκτική βία, η απειλή τραυματισμού αλλά και οι τραυματισμοί είναι καθημερινότητα μέσα στα κρατητήρια. Η φυλακή είναι εξ ορισμού λοιπόν ένα περιβάλλον βίας. Η φυλακή είναι ένα κακοποιητικό περιβάλλον. Ο έλεγχος, η κυριαρχία, η απομόνωση, η υποτίμηση και ο εκφοβισμός ως μορφές κακοποίησης αφορούν όλους τους κρατουμένους.

Η (σκληρή) πραγματικότητα της φυλάκισης και της ζωής των εξυπηρετούμενων σε συνδυασμό με το εμπόδιο της γλώσσας καθιστούν οποιαδήποτε παρέμβαση ιδιαίτερα δύσκολη και οποιαδήποτε προσπάθεια να μοιάζει μάταιη. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος ενός ψυχολόγου σε ένα τέτοιο πλαίσιο και τι παρεμβάσεις μπορεί να κάνει; Ποια είναι η κατάλληλη στάση του κατά τη σύλληψη, στην πρώτη επαφή με έναν κρατούμενο, στις εξεγέρσεις, τις απόπειρες αυτοκτονίας; Πώς μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με έναν άνθρωπο που μιλάμε μία γλώσσα διαφορετική; Πώς μπορούμε να ανακτήσουμε την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας σε ένα περιβάλλον βίαιο και ανελεύθερο;

Στα κρατητήρια ο ψυχολόγος έρχεται αντιμέτωπος με την αδυναμία του να αλλάξει οτιδήποτε όσον αφορά τον εξυπηρετούμενο ή τη ζωή του. Δε μπορεί να ελέγξει ή να περιορίσει την άσκηση της βίας, δε μπορεί να αλλάξει το πρόγραμμα της κράτησης και τις περισσότερες φορές η λεκτική επικοινωνία είναι ιδιαίτερα περιορισμένη με τους εξυπηρετούμενους, λόγω γλώσσας.

Θα προσπαθήσω να περιγράφω τι μπορεί να κάνει, μέσα από την αφήγηση ενός πραγματικού περιστατικού:

Ο S. είναι υπό κράτηση 2 μήνες. Είναι 15 χρονών και είναι Κούρδος από το Ιράκ. Όταν πρωτοήρθε δεν ήξερε ούτε μία λέξη στα ελληνικά. Τώρα καταλαβαίνει ελάχιστες λέξεις και οι συγκρατούμενοί του με τους οποίους είχε δυνατότητα επικοινωνίας στα κούρντι (δε μιλάει άλλη γλώσσα),  αποφυλακίστηκαν. Περπατάει αργά και κάθεται άκρη-άκρη στον πάγκο. Δεν με κοιτάει σταθερά και όταν συναντιούνται οι ματιές μας η έκφρασή του μένει ίδια. Παρατηρώ στο χέρι του το έγκαυμα, για το οποίο ενημερώθηκα νωρίτερα από τους αστυνομικούς, που όμως δεν γνώριζαν λεπτομέρειες. Τον ρωτάω γι’ αυτό. Πότε έγινε; Πώς έγινε; Αρχίζει να μιλάει με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα και κοιτώντας πού και πού τριγύρω.

Μιλάει στα κούρντι. Μοιάζει να εξηγεί. Δεν καταλαβαίνω…. μάλλον ούτε κι αυτός καταλαβαίνει όσα ρωτάω… Κάνω παντομίμα και προσπαθώ να μάθω τις ίδιες πληροφορίες. Μου απαντάει… προσπαθεί να μου δείξει τι έγινε. Ανάμεσα στην προσπάθεια πετάει σκόρπιες λέξεις ελληνικές… “αυτός” “όχι ξέρει”. Αυτό που έχω καταλάβει μέχρι τώρα είναι πως μου μιλάει για το ότι πολλοί από τους συγκρατούμενους απελευθερώθηκαν, ότι κάηκε από το νερό και ότι κάποια στιγμή καθάριζε…

Μέχρι στιγμής δεν είμαι σίγουρη για το πώς συνδέονται τα γεγονότα αυτά μεταξύ τους. Προσπαθώ να καταλάβω. Κουράστηκα. Τον κοιτάω και με κοιτάει. Προσπαθεί άραγε να καταλάβει και αυτός; Δεν ξέρω τι λέει, δεν ξέρω τι θέλει να πει, δεν ξέρω ποια είναι η ιστορία του… Βλέπω όμως ότι προσπαθεί να μου πει, βλέπω πως θα ήθελε να ξέρω. Βλέπω πως θέλει να έρθει κοντά και ότι κάτι χρειάζεται. Και ας είναι ο τρόπος του διαφορετικός και ας είναι η επαφή μας με αυτόν τον τρόπο δύσκολη πολύ. Αυτό εξάλλου δε συμβαίνει σε κάθε θεραπεία; Κι εγώ; Εγώ έχω τόσες απορίες. Άραγε αυτοτραυματίστηκε; Πως συνέβη; Μήπως κινδυνεύει; Μάλλον ανησυχώ… Ναι. Ανησυχώ. Και θέλω να τον πλησιάσω.

Σηκώνομαι από την καρέκλα μου και κάθομαι δίπλα του αφήνοντας κάποια απόσταση ανάμεσά μας. Με παρατηρώ, έχω καθίσει στην ίδια στάση με αυτόν. Μένω έτσι, ίσως βοηθήσει να μπω λίγο στη θέση του, σκέφτομαι. Ακουμπάω το χέρι μου στο κενό που μας χωρίζει. Μάλλον αντιλαμβάνεται την πρόσκληση. Μετακινεί το σώμα του ακριβώς δίπλα μου… Δε μιλάει πια. Το κενό που μας χώριζε δεν υπάρχει πια. Τώρα το σώμα του ακουμπάει στο δικό μου. Μαζεύεται… Απλώνω το χέρι μου γύρω από τον ώμο του και τον παίρνω αγκαλιά. Κλαίει. Συγκινούμαι. Ακουμπάω το χέρι μου στην πλάτη του, τον χαϊδεύω και νιώθω την αναπνοή του να γίνεται όλο και πιο βαθιά και ήρεμη.

Δε χρειάζεται να μιλάμε την ίδια γλώσσα για να σε καταλάβω. Μα χρειάστηκε να μιλάμε μια γλώσσα διαφορετική για να καταλάβω. Για να καταλάβω πως δε χρειάζονται νοήματα για να κάνουμε επαφή. Για να καταλάβω πως δε χρειάζεται να συνεννοηθούμε για να συναντηθούμε…

 

Ιωάννα Αλεξιά

Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

 

Βιβλιογραφική Αναφορά:

Τσαλίκογλου, Φ. (2011) Μυθολογίες βίας και καταστολής. Αθήνα: Παπαζήσης.